PYXIDA%20MAGAZINE%20%202%20creat%20LOGO%

Ο Ουρανός της Ξενιτιάς


Και ήρθε η Κυριακή και οι καμπάνες από τις δυο εκκλησιές που θα λειτουργούσαν χτύπησαν δυνατά, και όλοι σηκώθηκαν για να πάνε να

λειτουργηθούν.

Στη μεγάλη την εκκλησιά θα πήγαιναν όλοι σήμερα.

Εκεί θα πήγαινε, όπως είχαν μάθει και ο Νικολής με τη μάνα του αντάμα και τα αδέρφια του.

Το έμαθε αυτό η Αννιώ και πέταξε σαν πουλάκι από τη χαρά της.

Εκεί στη μεγάλη εκκλησία θα πήγαιναν και αυτοί, αφού ήταν και η ενορία τους. Εκεί θα τον έβλεπε, ίσως και να του μίλαγαν οι δικοί της και να του μίλαγε και εκείνη. Ντύθηκε όπως κάθε Κυριακή, για να μη δώσει κανένα σημάδι στη μάνα της ότι κάτι νιώθει

και εκείνη για τον Νικολή.

Όμως όλες οι άλλες κοπέλες ξεσηκώθηκαν και καλοπλύθηκαν και καλοχτένισαν

τα μαλλιά τους, άλλες φτιάχνοντάς τα πλεξούδες και άλλες σφίγγοντάς τα πίσω,

σε έναν ωραίο, μεγάλο κότσο, για να γίνουν όμορφες, μήπως και αυτός ο Νικολής κοιτάξει και καμιά από αυτές και πού ξέρεις; Μπορεί να είναι τυχερή και να την πάρει μαζί του στην Αμερική.

Γιατί, καταπώς έμαθαν και γι’ αυτόν τον σκοπό είχε έρθει τώρα στην Ελλάδα. Να βρει μια κοπέλα καλή και να την παντρευτεί, για να την πάρει μαζί του εκεί στην ξενιτιά. Γιατί τα ξένα είναι πολύ δύσκολα, όταν δεν έχεις και κάποιον να ξέρεις ότι το βράδυ θα σε περιμένει στο σπίτι. Και τα παιδιά που έπρεπε να κάνει, πού το έβαζες και αυτό;

Είχε μεγαλώσει και αυτός και τώρα έπρεπε να κάνει δικιά του οικογένεια, με γυναίκα

και κάνα δυο, τρία κουτσούβελα, που το βράδυ θα τον περίμεναν για ν’ ανεβούν στην αγκαλιά του και να παίξουν μαζί του, κι έτσι να ξεχάσει και αυτός την κούραση και τις σκέψεις της ημέρας που πέρασε. Το Ευαγγέλιο διάβαζε ο παπάς και ένα σούσουρο άρχισε να ακούγεται από τη μεριά του γυναικωνίτη, όπου ήταν μαζεμένες οι κοπέλες του χωριού, και άρχισε λίγο και το σπρώξιμο και το σήκωμα των ποδιών, για να δουν μήπως και μπει στην εκκλησιά ο λεγάμενος.

Σε μια άλλη γωνιά, η Αννιώ καρδιοχτυπούσε. Διάβαζε ο παπάς, έψελναν οι ψάλτες με την καλή τους τη φωνή για να δείξουν και αυτοί στον Νικολή ότι ήξεραν καλά τη

βυζαντινή μουσική, αλλά η Αννιώ τίποτα δεν έβλεπε, τίποτα δεν άκουγε.

Τώρα που τον ένιωθε κοντά της, τώρα ξυπνούσαν έντονοι μέσα της πόθοι και

λαχτάρες για μια ματιά του, ένα άγγιγμά του. Κι όλ’ αυτά κάτω από τις ψαλμωδίες

και τις προσευχές του παπά. «Σ’χώρναμε, Θεέ μου! Τι σκέφτομαι μέσα στην εκκλησιά!» είπε και της ήρθε να κλάψει για την αμαρτία αυτή. Έσκυψε το κεφάλι κάτω από ντροπή, για να μη βλέπει τους αγίους να την κοιτάζουν με οίκτο, ούτε και την Παναγία, που παρακαλούσε σε κάθε της δυσκολία, να την κοιτάζει με θυμό για τις αμαρτωλές της σκέψεις μέσα στο σπίτι του Θεού.

«Σ’χώρναμε και συ, Παναγίτσα μου, αλλά να! Δεν μπόρεσα να ξεφύγω απ’ τον πειρασμό», είπε και ανατρίχιασε για τις αμαρτίες που έκανε. Δεν ήθελε όμως η Αννιώ να φανεί και στις άλλες κοπέλες πόσο λαχταρούσε να τον δει. Έτρεμε μη τυχόν και

καταλάβουν κάτι και γι αυτό πήγε στη γωνία της εκκλησίας.

Το σούσουρο εξακολουθούσε. Νευρίασε ο παπα-Κώστας και έβαλε τις φωνές.

«Σουτ, σουτ!» φώναξε και σταμάτησε να διαβάζει το Ευαγγέλιο, μέχρι να γίνει και πάλι ησυχία.

«Σουτ! Μην ακούσω καμιά σας να χαλνά την ησυχία αυτηνής της ώρας».

Χαμπάρι όμως δεν πήρε καμία και άρχισαν ξανά το σιγανό κουβεντολόι, μέχρι

που στην πόρτα φάνηκε ο Νικολής. «Νατος, νατος!» ακούστηκαν ξανά τα ψιθυρίσματα.

«Αυτός είναι! Αυτός! Πωπω, ωραίος!» Και απόμειναν να τον κοιτούν, έστω και από μακριά. Και σαν τελείωσε η λειτουργία τσακίστηκαν να βγουν έξω και να πιάσουν μια γωνιά, εδώ και κει, για να μπορέσουν να τον δουν καλά και από κοντά, όσο γινόταν. Πόσο ωραίος είχε γίνει! Αμ κι αυτό το ντύσιμο τι όμορφο που ήταν! Κοίταζαν τον Νικολή οι κοπέλες και χορτασμό δεν είχαν.

Έναν αλλιώτικο κόσμο έβλεπαν μπροστά τους και προσπαθούσαν να τον συνταιριάξουν με τον δικό τους, αλλά ήταν μάταιος ο κόπος τους.

Έτσι έμειναν για κάμποση ώρα στην ίδια θέση, να κοιτούν τον Νικολή, και ούτε τις ένοιαζε που οι μανάδες τους κάνανε ένα σωρό νοήματα και δάγκωναν τα χείλια τους για να τους δείξουν τι έχουν να τραβήξουν σαν πάνε στα σπίτια τους. Κι όταν έφυγε ο

Νικολής, λυπημένες πήραν τον δρόμο κατά το σπίτι της η καθεμιά κι ένιωθαν την

καρδιά τους να χτυπά αλλόκοτα για το νέο αυτό παλικάρι, που ήρθε έτσι ξαφνικά

στο χωριό και θα μπορούσε να αλλάξει όλη τους τη ζωή. Γιατί είναι αλήθεια πως

αναστάτωσε τις καρδιές τους, τους ξύπνησε όνειρα τρελά που όλες παρακαλούσαν να γίνουν αλήθεια. Μπορεί να διάλεγε μία από αυτές για γυναίκα του.

Ποια άραγε θα ήταν η εκλεκτή του; Σκυφτές περπατούσαν και ούτε κοίταζαν τον ουρανό που έλαμπε και έκανε τα λουλούδια πιο όμορφα από πριν, και ούτε σκέφτονταν τίποτε άλλο, παρά μόνον εκείνον, που ήταν τόσο διαφορετικός από

τα δικά τους παλικάρια. Καημός μεγάλος μπήκε στις καρδιές τους και οι μέρες

κύλησαν βουβές. Οι νύχτες ήταν μυστηριακές και γεμάτες προσμονή.

Ο Νικολής κυκλοφορούσε στο μυαλό τους όπως το αίμα κυκλοφορούσε στις φλέβες τους. Γοργά, δυνατά, άτακτα! Τα όνειρά τους πλανήθηκαν σε κείνους τους τόπους,

τους μακρινούς, στο μυαλό τους στήθηκαν εικόνες ωραίες και η ζωή τους πήρε

άλλο χρώμα. Μικρό το χωριό για να χωρέσει όνειρα πλασμένα σε καρδιές που

λαχταρούσαν άλλη ζωή και άλλους άντρες. Όμορφους, καλοντυμένους,

ευγενικούς, που ήξεραν να μιλάνε καλά και να διηγούνται ωραία πράγματα.

Αχ, πόσο γρήγορα το ωραίο ή και το διαφορετικό σε τραβά προς το μέρος του!

Πόσο πολύ ξυπνά μέσα σου πόθους και λαχτάρες και σε βασανίζει! Κι ύστερα το κακό

είναι ότι δεν μπορείς να δεχτείς τίποτε από ό,τι έχεις ως τότε δει και ζήσει! Να

μπορούσαν τουλάχιστον να τον πλησιάσουν, να του μιλήσουν, να τον ρωτήσουν

πώς είναι εκεί στα μακρινά τα μέρη. Όχι!... Δεν μπορούσε να γίνει αυτό.


ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ ΓΙΩΤΑΚΟΥ

ΞΕΝΙΤΙΑ